Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ύδνον < είτε από το ύδωρ, είτε από το ρήμα ύει(βρέχει)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ύδνον ουδέτερο

  1. εδώδιμο μανιτάρι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία