Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

ωκεανογράφοι αρσενικό ή θηλυκό

  1. ωκεανογράφος, στην ονομαστική και την κλητική του πληθυντικού