Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δείτε τη λέξη:  χωρικός και ύδωρ

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

χωρικά ύδατα ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  1. η αιγιαλίτιδα ζώνη. Η καθορισμένου πλάτους ζώνη περιμετρικά των ακτών μέσα στην οποία εκτείνεται η δικαιοδοσία ενός κράτους

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία