Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χωρίδιον < ίσως χώρα ή χῶρος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χωρίδιον ουδέτερο (και χωρείδιον)

  1. υποκοριστικό του χώρου ή της χώρας, χωρίον