Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρωματική κλίμακα < → δείτε τις λέξεις χρωματικός και κλίμακα

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

χρωματική κλίμακα θηλυκό

  1. (μουσική) χρωματική κλίμακα: η κλίμακα της οποίας οι βαθμίδες έχουν μεταξύ τους διαφορά ενός ημιτονίου
    έπαιξε στο πιάνο μια χρωματική κλίμακα χρησιμοποιώντας όλα τα άσπρα και μαύρα πλήκτρα
    η δωδεκαφθογγική κλίμακα στο συγκερασμένο ευρωπαϊκό μουσικό σύστημα
    όλοι οι φθόγγοι

η χρωματική κλίμακαΕπεξεργασία

ντο ή C ντο# ή C# ρε ή D ρε# ή D# μι ή E φα ή F φα# ή F# σολ ή G σολ# ή G# λα ή A λα# ή A# σι ή B

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία