Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χιραγκάνα < ιαπωνική 平仮名 (hiragana)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χιραγκάνα θηλυκό άκλιτο

  1. συλλαβικό σύστημα γραφής της ιαπωνικής γλώσσας που χρησιμοποιείται για να περιγράψει αυτόχθονες ιαπωνικές λέξεις και καταλήξεις λέξεων

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία