Ελληνικά (el) Edit

  Ετυμολογία Edit

κάντζι < ιαπωνική 漢字 (kanji, κινεζικοί χαρακτήρες)

  ΟυσιαστικόEdit

κάντζι ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό άκλιτο

  1. σύστημα γραφής της ιαπωνικής γλώσσας που χρησιμοποιείται για να περιγράψει ιαπωνικές λέξεις με κινεζικούς χαρακτήρες

Δείτε επίσηςEdit

  ΜεταφράσειςEdit