Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χειρόδεικτος < χείρ + δείκνυμι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χειρόδεικτος, ος, όν
οὐκέτι τὸν ἄθικτον εἶμι γᾶς ἐπ᾽ ὀμφαλὸν σέβων, οὐδ᾽ ἐς τὸν Ἀβαῖσι ναὸν οὐδὲ τὰν Ὀλυμπίαν,εἰ μὴ τάδε χειρόδεικτα πᾶσιν ἁρμόσει βροτοῖς.