Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χειροπληθής < χείρ + πλῆθος < πίμπλημι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χειροπληθής, ής, ές
  • που γεμιζει μια χούφτα, τόσος όσος μπορεί να τον χωρέσει κάποιος στη χούφτα του
  • ἐν γὰρ βόθροις ὀρυχθεῖσιν ἐπὶ μικρὸν εὑρίσκονται καὶ χειροπληθεῖς χρυσίου πλάκες ἔσθ᾽ ὅτε μικρᾶς ἀποκαθάρσεως δεόμεναι
  • διπλάσιον φέρεσθαι τῶν Περσικῶν σφενδονῶν. ἐκεῖναι γὰρ διὰ τὸ σφενδονᾶν χειροπληθέσι τοῖς λίθοις ἐπὶ βραχὺ ἐξικνοῦνται, οἱ δὲ Ῥόδιοι...: φτάνουν δυο φορές μακρύτερα από τις περσικές σφενδόνες, γιατί εκείνες, επειδή ρίχνουν με τη σφενδόνη μικρές πέτρες που χωράνε στο χέρι, <τα βλήματα> δεν φτάνουν μακριά, ενώ οι Ρόδιοι..