Αρχαία ελληνικά (grc) επεξεργασία

  Ετυμολογία επεξεργασία

χειροδράκων < χείρ και δράκων

  Ουσιαστικό επεξεργασία

χειροδράκων αρσενικό
  • εκείνος που έχει αντί για χέρια φίδια ή δράκους ή που έχει χέρια σαν του δράκοντα
  • δεινὸν γὰρ ἴχνος βάλλουσ᾽ ἐπὶ σοὶ χειροδράκοντες χρῶτα κελαιναί, δεινῶν ὀδυνῶν καρπὸν ἔχουσαι(Ηλέκτρα του Ευριπίδη)