Arrows blue.png Δείτε επίσης: Δράκων, δρακών

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

δράκων


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική δράκων δράκοντε δράκοντες
Γενική δράκοντος δρακόντοιν δρακόντων
Δοτική δράκοντι δρακόντοιν δράκουσι
Αιτιατική δράκοντα δράκοντε δράκοντας
Κλητική δράκον δράκοντε δράκοντες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δράκων < δέρκομαι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *derḱ- (βλέπω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δράκων αρσενικό

  1. (ερπετολογία) ερπετό, φίδι
  2. δράκοντας