Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαροκοπώ < χαρά και -κοπώ (κατά το γλεντοκοπώ, λαμποκοπώ)

  ΡήμαΕπεξεργασία

χαροκοπώ

  1. το έχω ρίξει στο γλέντι, στο χαροκόπι, γλεντάω με τις ώρες και έντονα, γλεντοκοπώ


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία