Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

φροντισμένων

  1. φροντισμένος, στη γενική του πληθυντικού
  2. φροντισμένη, στη γενική του πληθυντικού
  3. φροντισμένο, στη γενική του πληθυντικού