Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φρενόθεν < φρήν

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

φρενόθεν,-ιδος θηλυκό

  1. οικειοθελώς, έχοντας δηλαδή σώας τα φρένας και με τη θέλησή του υποκειμένου

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία