Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρισχίλιοι < → λείπει η ετυμολογία

  ΑριθμητικόΕπεξεργασία

τρισχίλιοι

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία