Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τάχος < αρχαία ελληνική τάχος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τάχος ουδέτερο

  1. ταχύτητα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τάχος < ταχύς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τάχος ουδέτερο

  1. η ταχύτητα