Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τάλαρος < τλάω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τάλαρος αρσενικό

  1. μικρό ανοικτό κιβώτιο, καλάθι
  2. πλεκτό καλάθι από λυγαριά για εναπόθεση νωπού τυριού
  3. χαμηλό καλάθι για εναπόθεση καρπών
  4. κλουβί ορνίθων

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • πρόκειται για το τελάρο στη νεοελληνική