Ετυμολογία

επεξεργασία
συνοίκισις < συνοικίζω

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

συνοίκισις θηλυκό

  • η σε μία πόλη ένωση

Συγγενικά

επεξεργασία

και από το συνοικέω