Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σορτς < αγγλική shorts

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σορτς ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία