Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική σεμίδαλῐς αἱ σεμιδάλεις
      γενική τῆς σεμιδάλεως τῶν σεμιδάλεων
      δοτική τῇ σεμιδάλει ταῖς σεμιδάλεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν σεμίδαλῐν τὰς σεμιδάλεις
     κλητική ! σεμίδαλῐ σεμιδάλεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σεμιδάλει
γεν-δοτ τοῖν  σεμιδαλέοιν
Η γενική ενικού και: σεμιδάλιος, σεμιδάλεος, σεμιδάλιδος
3η κλίση, Κατηγορία όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σεμίδαλις < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σεμίδαλις, -εως/-ιος/-ιδος θηλυκό (σεμῐδᾱλις)

  1. (τρόφιμο) πολύ λεπτό (ψιλοκοσκινισμένο) αλεύρι από σιτάρι
  2. (τρόφιμο) σιμιγδάλι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία