Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
απλό υδραυλικό ρακόρ

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρακόρ < γαλλική raccord
 
ρακόρ σύσφιξης, πριν συναρμολογηθεί

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ρακόρ ουδέτερο άκλιτο

  1. λυόμενος σύνδεσμος, εξάρτημα, συνήθως μεταλλικό, με βόλτες από τη μία πλευρά και ειδικό τρόπο σύσφιξης από την άλλη που χρησιμοποιείται για να ενώσει δύο σωλήνες εκ των οποίων μόνο ο ένας έχει βόλτες
  2. (κινηματογράφος) η απαραίτητη συνέχεια μεταξύ δύο διαφορετικών πλάνων της ίδιας σκηνής
    ξαναγύρισαν το πλάνο, επειδή η πρωταγωνίστρια κατά λάθος κρέμασε την τσάντα της στον αριστερό ώμο και όχι στο δεξί, κι έτσι χάλασε το ρακόρ

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία