Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσφύομαι < αρχαία ελληνική προσφύω < πρός + φύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

προσφύομαι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία