Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσπερνώ < πρόθημα προσ- + ρήμα περνώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

προσπερνώ

  1. περνώ δίπλα από κάτι (ακίνητο ή κινούμενο) ενώ κινούμαι και το αφήνω πίσω μου
  2. (μεταφορικά) δεν δίνω έκταση σε κάτι ενοχλητικό, το αντιπαρέρχομαι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία