Ρηματικός τύπος

επεξεργασία

προπαγάνδισε

  1. γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπαγανδίζω
  2. β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προπαγανδίζω