Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

πουλιών ουδέτερο

  1. πουλί, στη γενική του πληθυντικού