Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ποινικοποιώ < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ποινικοποιώ

  1. θεσπίζω με νόμο ότι μια πράξη αποτελεί ποινικό αδίκημα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία