Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πνίγομαι < παθ. φωνή του ρήματος πνίγω

  ΡήμαΕπεξεργασία

πνίγομαι

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία