Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πινγίν < αγγλική pinyin < κινεζική 拼音

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πινγίν άκλιτο

  1. το πιο διαδεδομένο, σήμερα, σύστημα μεταγραφής της κινεζικής σε λατινικούς χαρακτήρες

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία