Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παραχωρέω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

παραχωρέω, συνηρημένο παραχωρῶ

  1. πηγαίνω προς τα πλάγια, παραμερίζω
  2. δίνω το χώρο ή τη θέση σε κάποιον πηγαίνοντας πλάγια, δίπλα
  3. χορηγώ
  4. (σε πωλήσεις) παραδίνω