Δείτε επίσης: παρών

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

πάρων < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πάρων αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία