Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

πάπυρων αρσενικό

  1. πάπυρος, στη γενική του πληθυντικού