Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

οβελίσκους αρσενικό

  1. οβελίσκος, στην αιτιατική του πληθυντικού