Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

μυστικοπαθών

  1. μυστικοπαθής, στη γενική του πληθυντικού
  2. μυστικοπαθές, στη γενική του πληθυντικού