Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μιμέομαι < μῖμος

  ΡήμαΕπεξεργασία

μιμέομαι

  1. μιμούμαι
  2. αναπαριστώ κάτι διά της μιμήσεως

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία