Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ μελάγχολος τὸ μελάγχολον οἱ, αἱ μελάγχολοι τὰ μελάγχολα
Γενική τοῦ, τῆς μελαγχόλου τοῦ μελαγχόλου τῶν μελαγχόλων τῶν μελαγχόλων
Δοτική τῷ, τῇ μελαγχόλῳ τῷ μελαγχόλῳ τοῖς, ταῖς μελαγχόλοις τοῖς μελαγχόλοις
Αιτιατική τὸν, τὴν μελάγχολον τὸ μελάγχολον τοὺς, τὰς μελαγχόλους τὰ μελάγχολα
Κλητική μελάγχολε μελάγχολον μελάγχολοι μελάγχολα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική μελαγχόλω
Γενική-Δοτική μελαγχόλοιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μελάγχολος < μέλας + χολή

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μελάγχολος, -ος, -ον

  1. που έχει βουτηχτεί σε μαύρη χολή
  2. (κατ' επέκταση) δηλητηριώδης
    ἐὰν γὰρ ἀμφίθρεπτον αἷμα τῶν ἐμῶν / σφαγῶν ἐνέγκῃ χερσίν, ᾗ μελαγχόλους / ἔβαψεν ἰοὺς θρέμμα Λερναίας ὕδρας, / ἔσται φρενός σοι τοῦτο κηλητήριον / τῆς Ἡρακλείας, ὥστε μήτιν᾽ εἰσιδὼν / στέρξει γυναῖκα κεῖνος ἀντὶ σοῦ πλέον. (Σοφοκλής, Τραχίνιαι, 572-577)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία