Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ματζόρε < (άμεσο δάνειο) ιταλική maggiore

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ματζόρε άκλιτο

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία