Ετυμολογία

επεξεργασία
μαλακώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος μαλακώνω

μαλακώνομαι

  • (για κρεατικά και ψαρικά) μένω σε θερμοκρασία δωματίου και μαλακώνω