Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

μάτσων ουδέτερο

  1. μάτσο, στη γενική του πληθυντικού