Άνοιγμα κυρίου μενού
Arrows blue.png Δείτε επίσης : μασώ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

μάσω

(ιδιωματικό) (λαϊκότροπο)
  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαζεύω
  2. θα μάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μαζεύω