Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λουτρόν < λούω + -τρον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λουτρόν ουδέτερο (δωρικός τύπος: λωτρόν)

  1. νερό για πλύσιμο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία