Ετυμολογία

επεξεργασία
καταξεσχίζω < μεσαιωνική ελληνική καταξεσχίζω

καταξεσχίζω (παθητική φωνή: καταξεσχίζομαι)

  Μεταφράσεις

επεξεργασία