Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καλύπτοντας, μετοχή ενεστώτα του καλύπτω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

καλύπτοντας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία