Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

κάκτο αρσενικό

  1. κάκτος, στην αιτιατική του ενικού