Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΜετοχήΕπεξεργασία

ιππεύοντας

  • μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ιππεύω

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία