Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιακωβίνοι < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ιακωβίνοι αρσενικό, μόνο στον πληθυντικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία