Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θαρρεύω < θάρρος + -εύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

θαρρεύω

  1. παίρνω θάρρος, γίνομαι θαρραλέος


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία