Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θαλασσοκρατέω < θάλασσα και κρατέω-κρατῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

θαλασσοκρατέω

  • κυριαρχώ στην θάλασσα, είμαι ισχυρός στη θάλασσα