Άνοιγμα κυρίου μενού

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θαλαμίτης < θάλαμος ή θαλάμη (με την ελληνιστικη έννοια αμπάρι)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θαλαμίτης-ου αρσενικό

  • ο κωπηλάτης της κατώτερης, τελευταίας σειράς με το πιο κοντό κουπί