Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζουπώ < ζουπίζω < μεσαιωνική ελληνική < *διοπίζω < διά + ὀπίζω (στείβω για να βγάλω τον ὀπόν, το χυμό)· την τροπή του δι σε ζ παρατηρούμε και στα διυλίζω / ζουπίζω, διαβολιά / ζαβολιά

  ΡήμαΕπεξεργασία

ζουπώ, πρτ.: ζουπούσα, στ.μέλλ.: θα ζουπήξω, αόρ.: ζούπηξα, παθ.φωνή: ζουπιέμαι, μτχ.π.π.: ζουπηγμένος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία