Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζουλώ < μεσαιωνική ελληνική ζουλίζω < αρχαία ελληνική διυλίζω (το δι μετατράπηκε σε ζ όπως και στα διαβολιά > ζαβολιά)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ζουλώ

  1. πιέζω κάτι με το χέρι μου σαν να θέλω να το στείψω

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία